γλύκιος

γλῠκ-ιος, α, ον,
A sugary, sickly, Arist.EE1238a28; v.l. for Λύκιον in S.Ph.1461.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλύκιος — γλύκιος, α, ον (AM) [γλυκύς] γλυκός μσν. 1. απαλός 2. αγαπητός, προσφιλής 3. (το ουδ. ως επίρρ.) γλύκιον χαρούμενα …   Dictionary of Greek

  • γλυκίω — γλύκιος sugary masc/neut nom/voc/acc dual γλύκιος sugary masc/neut gen sg (doric aeolic) γλυκύς sweet to the taste neut acc comp pl (epic) γλυκύς sweet to the taste neut nom comp pl (epic) γλυκύς sweet to the taste masc/fem acc comp sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκίων — γλύκιος sugary fem gen pl γλύκιος sugary masc/neut gen pl γλυκύς sweet to the taste masc/neut gen pl (doric) γλυκύς sweet to the taste masc/fem nom comp sg (epic) γλυκί̱ων , γλυκύς sweet to the taste masc/fem nom comp sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκίως — γλύκιος sugary adverbial γλύκιος sugary masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύκιον — γλύκιος sugary masc acc sg γλύκιος sugary neut nom/voc/acc sg γλυκύς sweet to the taste masc/fem voc comp sg (epic) γλυκύς sweet to the taste neut nom/voc/acc comp sg (epic) γλύκῑον , γλυκύς sweet to the taste masc/fem voc comp sg (attic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκίοις — γλύκιος sugary masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύκια — γλύκιος sugary neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκία — γλυκίᾱ , γλύκιος sugary fem nom/voc/acc dual γλυκίᾱ , γλύκιος sugary fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκός — ιά, ό και γλυκύ και γλυκί (AM γλυκύς, εῑα, ύ) 1. αυτός που έχει γλυκιά γεύση ή γλυκιά, ευχάριστη μυρωδιά («γλυκό κρασί», «γλυκὺ νέκταρ» «γλυκὸς οἷνος», «γλυκιά ευωδιά») 2. (για νερό) πόσιμο (αντίθ. πικρό ή αλμυρό) 3. εκείνος που δίνει ευχαρίστηση …   Dictionary of Greek

  • γλυκίαν — γλυκίᾱν , γλύκιος sugary fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.